Super ανέκδοτο: Ο πατέρας ρωτάει τον Τοτό…

Ο πατέρας ρώτησε το γιο του, τον Τοτό, που ήταν 10 χρόνων, αν ήξερε για τον πολλαπλασιασμό των πουλιών, των μελισσών, των φυτών κλπ. (ε, καταλαβαίνετε τι τον ρώτησε, ο μελισσούτσος τη μελισσήτσα , ο πεταλουδίτσος τη πεταλουδίτσα ).

– Δε θέλω να μάθω, έβαλε τις φωνές ο Τοτός και ξέσπασε σε κλάματα.

Μπερδεμένος ο πατέρας, τον ρώτησε τι του συνέβαινε.

– Ω μπαμπά, είπε με λυγμούς ο Τοτός.

Στην ηλικία των 6 χρόνων, μου είπατε ότι δεν υπάρχει Αγ. Βασίλης.

Στα 7, άκουσα ότι δεν υπάρχει κουνελάκι το Πάσχα, να μας φέρνει τα αυγά.

Στα 8, ότι δεν υπάρχουν νεράιδες κι ότι ήταν βλακεία που πετάγαμε τα δόντια στα κεραμίδια.

Αν μου πεις τώρα ότι οι μεγάλοι δε γ@μ@νε, ε, δεν αξίζει τον κόπο να ζει κανείς.

Super ανέκδοτο: Οι πόντιοι χασάπιδες…

Δυο Πόντιοι λίγες ημέρες πριν τα εγκαίνια του κρεοπωλείου τους και αφού το έχουν τακτοποιήσει και είναι όλα έτοιμα στη θέση τους συζητάνε :

– Λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε μια πρόβα ώστε να μάθουμε καλά και οι δυο μας πως να υποδεχόμαστε τους πελάτες .

– Εντάξει , λέει ο άλλος . Πήγαινε εσύ έξω , κάνε ότι δήθεν είσαι πελάτης και ζητάς κάτι .

Βγαίνει έξω λοιπόν ο ένας και μπαίνοντας μέσα λέει :

– Θα ήθελα παρακαλώ δυο μπύρες . !

– Καλά , του λέει ο άλλος . Βλάκας είσαι ; Εδώ είναι κρεοπωλείο , εσύ ζητάς μπύρες βρε ; Έλα εσύ από μέσα να βγω εγώ έξω , ηλίθιε ..

Έτσι και έγινε . Βγαίνει λοιπόν ο άλλος και μπαίνει στο μαγαζί :

– Καλημέρα σας , θα ήθελα να μου βάλετε ένα κιλό κιμά παρακαλώ .

Και ο χαζός ..

– Βεβαίως , άδεια μπουκάλια φέρατε ;

Ανέκδοτο – Ένας διαφορετικός Οίκος Ανοχής

Ανέκδοτο - Ένας διαφορετικός Οίκος Ανοχής

Ο Κίτσος ήθελε να ανοίξει ένα οίκο ανοχής ο οποίος να είναι διαφορετικός από τους άλλους…

Έβαλε λοιπόν στον πρώτο όροφο μοντέλα, στον δεύτερο νοικοκυρές και στον τρίτο καθηγήτριες

Πρώτη βδομάδα λειτουργίας τα μοντέλα έβγαλαν 1000 ευρώ, οι νοικοκυρές 1000 ευρώ και οι καθηγήτριες 3000 ευρώ.

Την δεύτερη βδομάδα τα μοντέλα έβγαλαν 1500 ευρώ, οι νοικοκυρές 1000 ευρώ και οι καθηγήτριες 3000 ευρώ.

Το αφεντικό τρελάθηκε.

Πιάνει και ρωτά έναν πελάτη που ήταν κάθε μέρα εκεί:

– Γιατί προτιμάς τις καθηγήτριες;

– Ε, την πρώτη μέρα πήγα στα μοντέλα.

Όλο “Μη το ένα, μη το άλλο, μη θα μου σπάσει κανένα νύχι, μη θα χαλάσει το σώμα μου”.

Την άλλη μέρα πήγα στις νοικοκυρές.

Αυτές ήταν συνέχεια “Όχι στο κρεβάτι, μόλις το έστρωσα. Όχι στον καναπέ, είναι καινούργιος. Μην πατάς εδώ, μη θα χαλάσεις εκείνο”.

Ενώ οι καθηγήτριες μόλις τελειώσεις σε ρωτάνε:

” Το καταλάβατε, ή να το ξανακάνουμε για να το εμπεδώσετε;”

Πηγαίνει κάποιος για μια εξέταση ούρων.

– Ουρήστε στο δοχείο, του λέει ο γιατρός.

– Πότε να έρθω για τ’ αποτελέσματα; ρωτά.

– Μισό λεπτό, λέει ο γιατρός.

Σηκώνει το δοχείο προς το φως και λέει:

– Ζάχαρο τόσο, ουρία τόσο, χοληστερίνη τόσο…

– Για στάσου, λέει ο ασθενής. Οι άλλοι χρησιμοποιούν μικροσκόπιο.

– Πήγαινέ τα δίπλα, κι αν δε στα ‘πα σωστά σκίζω το δίπλωμά μου.

Πηγαίνει τα ούρα σε άλλο εργαστήριο και του δίνουν τις ίδιες απαντήσεις.

«Κάτσε να τον μπερδέψω», σκέφτεται.

Ουρεί, ρίχνει μέσα και ούρα της γιαγιάς του και της εγκύου γυναίκας του.

– Θα το κάνω πιο δύσκολο. Θα βάλω λάδι από το μηχανάκι και θα τραβήξω και μια μ……

Πάει τα «ούρα» για εξέταση.

Σηκώνει ο γιατρός δοχείο προς το φως και λέει:

– Ζάχαρο τόσο, ουρία τόσο, χοληστερίνη τόσο… Η γιαγιά έχει διαβήτη, η γυναίκα σου είναι έγκυος. Ότι είσαι μ…… το ‘ξερα! Από που χάνεις τα λάδια δεν ξέρω…

Ανέκδοτο: Και η ζωή συνεχίζεται…

Μια μέρα ο Κώστας μπαίνει μέσα στο σαλόνι του σπιτιού του και αναγγέλλει στους γονείς του ενθουσιασμένος το γάμο του με το πιο όμορφο κορίτσι της πόλης τη Μαρία. Ο πατέρας του τον παίρνει πιο πέρα και του λέει: Αγόρι μου πρέπει να σου εξομολογηθώ κάτι. Ξέρεις η μητέρα σου κι εγώ είμαστε χρόνια παντρεμένοι, είναι εξαιρετική, την αγαπώ και τη σέβομαι αλλά δεν ήταν και ιδιαίτερα εκδηλωτική ερωτικά οπότε κατά καιρούς έκανα σχέσεις με άλλες. Σπαράζει η καρδιά μου που στο λέω αλλά η Μαιρούλα είναι ετεροθαλής αδελφή σου και δε γίνεται να την παντρευτείς.Ο Κώστας πληγώνεται, αλλά σκέφτεται ότι η ζωή συνεχίζεται. Μετά από μήνες αρχίζει να βγαίνει με άλλα κορίτσια και τα πράγματα πηγαίνουν ομαλά μέχρι που ένα βράδυ… εισβάλει πάλι στο σαλόνι και γεμάτος χαρά λέει: Μαμά, μπαμπά, η Αννούλα κι εγώ παντρευόμαστε. 
Πάλι ο πατέρας του τον παίρνει παράμερα και του λέει ότι η Αννούλα είναι αδελφή του και … Ο νεαρός απελπισμένος περνά άλλη μια κρίση. Μετά από μέρες ξεσπά και λέει στη μαμά του: Τον μισώ τον πατέρα, μου έχει κάνει τόσο κακό! Ποτέ δε θα παντρευτώ!!! Κάθε φορά που ερωτεύομαι εκείνος μου λέει ότι το κορίτσι είναι αδελφή μου!!! Και η μητέρα του απαντά: Καλά μωρό μου μη δίνεις και μεγάλη σημασία στο τι λέει. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι ο πραγματικός σου πατέρας.